WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
| Κύριες μεταφράσεις |
| ripple effect n | (spread or influence of [sth]) (μεταφορικά: αρνητικές καταστάσεις) | αλυσιδωτή αντίδραση φρ ως ουσ θηλ |
| | (μεταφορικά) | αλλεπάλληλα κύματα φρ ως ουσ ουδ πληθ |
| | | φαινόμενο μεγάλης έντασης που εξαπλώνεται σαν κύμα περίφρ |
| | | απανωτός επίθ |
| Σχόλιο: Δεν υπάρχει, πάντα, αντιστοιχία στη δομή. |
| | When one person applauds and everyone else joins in, that's the ripple effect at work. |
| | Όταν ένα άτομο χειροκροτεί και, στη συνέχεια, τον μιμούνται κι άλλοι, τότε μιλάμε για αλλεπάλληλα κύματα χειροκροτημάτων. |